αρχικελευστής

αρχικελευστής
ο
βαθμός υπαξιωματικού στο Πολεμικό Ναυτικό και στο Λιμενικό Σώμα, που αντιστοιχεί με τον βαθμό του ανθυπασπιστή του Στρατού Ξηράς.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • αρχικελευστής — ο ο ανθυπασπιστής του πολεμικού ναυτικού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Военно-морские силы Греции — Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό Военно морские силы Греции Эмблема ВмС Греции Страна …   Википедия

  • Hellenic Navy — This article is about the naval forces of modern Greece. For information on naval warfare in ancient Greece, see Hellenistic era warships. Hellenic Navy Πολεμικό Ναυτικό Polemikó Naf̱tikó Hellenic Navy Seal …   Wikipedia

  • αρχι- — (AM ἀρχι ). [ΕΤΥΜΟΛ. Α συνθετικό λέξεων (κυρίως διοικητικών όρων) της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, καθώς επίσης και ξένων, ελληνογενούς ή μη προελεύσεως, τύπων. Το αρχι , το οποίο λίγο μετά την Ομηρική εποχή άρχισε να αντικαθιστά το… …   Dictionary of Greek

  • Σεντόφ, Γκριγκόρι Γιάκοβλεβιτς — Ρώσος εξερευνητής της Αρκτικής (1877 1914). Καταγόταν από οικογένεια ψαράδων. Το 1898 αποφοίτησε από τη Ναυτική Σχολή του Ροστόβ με τον βαθμό του τρίτου πλοίαρχου. Το 1901 έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και ονομάστηκε αρχικελευστής.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”